προσέρχομαι


προσέρχομαι
προ|έρχομαι / προσ|έρχομαι выходить вперед, выступать; идти впереди

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "προσέρχομαι" в других словарях:

  • προσέρχομαι — προσέρχομαι, προσήλθα βλ. πίν. 214 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προσέρχομαι — come pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέρχομαι — ΝΜΑ 1. έρχομαι προς κάποιον ή προς κάτι, πλησιάζω ένα πρόσωπο ή σε έναν χώρο (α. «στην εξέδρα άρχισαν να προσέρχονται οι επίσημοι» β. «ὧνπερ ἕνεκεν καὶ Σωκράτει προσῆλθον», Ξεν.) 2. έρχομαι κάπου λόγω υποχρέωσης, παρουσιάζομαι κάπου για εκπλήρωση …   Dictionary of Greek

  • προσέλθετε — προσέρχομαι come aor subj act 2nd pl (epic) προσέρχομαι come aor imperat act 2nd pl προσέρχομαι come aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέλθω — προσέρχομαι come aor subj act 1st sg προσέρχομαι come aor subj act 1st sg προσέρχομαι come aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέλθῃ — προσέρχομαι come aor subj mid 2nd sg προσέρχομαι come aor subj act 3rd sg προσέρχομαι come aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέρχεσθε — προσέρχομαι come pres imperat mp 2nd pl προσέρχομαι come pres ind mp 2nd pl προσέρχομαι come imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσελθε — προσέρχομαι come aor imperat act 2nd sg προσέρχομαι come aor ind act 3rd sg (homeric ionic) προσέρχομαι come aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποτέρχευ — προσέρχομαι come pres imperat mp 2nd sg (epic doric ionic) προσέρχομαι come imperf ind mp 2nd sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσελευσόμενον — προσέρχομαι come fut part mid masc acc sg προσέρχομαι come fut part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεληλυθότα — προσέρχομαι come perf part act neut nom/voc/acc pl προσέρχομαι come perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)